Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

O Tύμβος του Σοφοκλέους

  
  
   Η Δεκέλεια υπήρξε κατά την αρχαιότητα μια από τις πλέον σημαντικές αστικές περιοχές   της Αττικής Δωδεκαπόλεως, τόσο ως καίριο γεωστρατηγικό σημείο όσο και  ως χώρος αναψυχής πολλών Αθηναίων πολιτών. Οι ανασκαφές όμως που έχουνσυντελεσθεί εκεί κατά καιρούς έχουν καταδείξει ότι ο προ της Δεκελείας δρυμός, στη σημερινή Βαρυμπόπη, χαρακτηρίζεται και από τη χρήση του ως νεκροταφείου κατά την κλασσική κυρίως εποχή. Πλησίον της οδού που οδηγούσε στη Δεκέλεια, διέθετε οικογενειακό τάφο και ένας από τους πλέον εύπορους πολίτες του «κλεινού άστεως», ο μαχαιροποιός Σοφίλος, ο πατέρας του μεγάλου δραματουργού Σοφοκλή, που κι εκείνος ετάφη στον ίδιο χώρο.  
  Τα γεγονότα του βίου και το λαμπρό έργο που ο Σοφοκλής άφησε στο πέρασμά του από τη ζωή είναι πασίγνωστα. Τα ιστορικά –και αρχαιολογικά βεβαίως– αινίγματα ξεκινούν αμέσως μετά τον θάνατό του. Είναι παραδεκτό ότι ο μεγάλος τραγικός απεβίωσε το 406 π.Χ. Τον καιρό εκείνο η Αθήνα τελούσε υπό πολιορκία από τις δυνάμεις του Λυσσάνδρου.  Ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός είχε στρατοπεδεύσει στη θέση που σήμερα είναι γνωστή ως «Παλιόκαστρο» στα δεξιά του δρόμου που κατέληγε στη Δεκέλεια. Αρχικά δεν επέτρεπε στους οικείους του επιφανούς νεκρού να εξέλθουν από τα τείχη και να τον ενταφιάσουν στο πατρογονικό του μνήμα.  Άλλαξε όμως γνώμη όταν, κατά την παράδοση, εμφανίστηκε σε όνειρό του ο Διόνυσος και τον επέπληξε. Η αναφορά αυτή, προερχόμενη από άγνωστη πηγή, διασώζεται στο έργο «Βιογράφοι» (Μπραουνσβάϊγκε, 1845) του Γερμανού ιστορικού και φιλολόγου Α. Βέστερμαν στην λιτή αναφορά: «των δε πατρώων αυτού τάφων επί Δεκέλειαν κειμένων προ σταδίων του τείχους ένδεκα και τούτον τον τόπον επιτετειχικότων Λακεδαιμονίων κατά των Αθηναίων, επείπερ ούχ οιόν τε ήν αυτόν εκεί θάπτειν, Διόνυσος κελεύων».  Οι πληροφορίες αυτές αποδεικνύονται απόλυτα κατατοπιστικές καθώς κάνουν λόγο για συγκεκριμένη απόσταση από την πόλη, σαφή κατεύθυνση της νεκρικής πομπής και σημείο με περισσότερους από έναν τάφους. Έτσι οδηγούμαστε 18 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας σ’ ένα ξεχασμένο από τον χρόνο χώρο μέσα στο ειδυλλιακό δάσος της Άνω Βαρυμπόπης (αριστερά από τη λεωφ. Τατοϊου) και σ’ ένα δρόμο παράλληλο μ’ αυτόν που άγει  προς το μοναστήρι του «Άξιον Εστί».  Η οδός αυτή, που ξεκινά κάθετα από  την Βαρυμπόπης  μετά το ρέμα , φέρει τη χαρακτηριστική ονομασία «Τύμβου  Σοφοκλέους», όπως βλέπουμε στις  ελάχιστες μισοκατεστραμμένες πινακίδες. Σε απόσταση 80 μέτρων από την αρχή της  διχάζεται και το αριστερό μέρος της οδηγεί σε αδιέξοδο. Εκεί εντοπίζεται ένας σχετικά ευδιάκριτος πυραμιδόσχημος λοφίσκος, που δεν είναι άλλος από τον Τύμβο του Σοφοκλή,  για την ακριβή θέση του οποίου έριζαν Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι από τον 19ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Βιβλιογραφικά είναι γνωστός ως τύμβος της Καμβέζας,ανασκάφηκε το 1888  από τον διευθυντή των Βασιλικών Κτημάτων του Τατοΐου L. Muenter και κηρύχθηκε σχετικά πρόσφατα αρχαιολογικός χώρος από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

   Μέσα στον ταφικό περίβολο ανακαλύφθηκαν τρεις λίθινες σαρκοφάγοι. Τα κτερίσματα των δύο σαρκοφάγων ήταν λήκυθοι, αλαβάστρινα σκεύη, αλλά και δύο σιδερένιες στεγγίδες. Η τρίτη σαρκοφάγος φαίνεται πως ανήκε σε γυναίκα, καθώς βρέθηκε σε αυτήν χάλκινος καθρέφτης.  Σε μία από τις σαρκοφάγους υπήρχαν τα οστά ηλικιωμένου άνδρα σημειωτέον ότι ο Σοφοκλής απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών). Οι πρόποδες του κωνικού μνημείου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια λόγω της προοδευτικής κλίσεως του εδάφους. Το ύψος του είναι περίπου 4 μέτρα. Στο εσωτερικό του σχηματίζεται κρατήρας βάθους ίσου με το εξωτερικό ύψος και διαμέτρου περίπου 12 μ. Στη δυτική πλευρά του εσωτερικού σώζεται ακόμη τμήμα παχέως τοίχου πλάτους 4μ. δομημένο από πελεκητούς  ψαμμώδεις ογκόλιθους. Στη βάση του τοίχου αυτού υπάρχει μονάχα μια αλλοιωμένη τετράγωνη πλάκα από λευκό μάρμαρο. Είναι προφανές ότι η αρχική εικόνα του μνημείου ήταν παρεμφερής με τους δεδομένης τεχνοτροπίας θολωτούς τάφους, όπως αυτός του Μενιδίου, το δε σχήμα του εσωτερικού δώματος του Τύμβου ήταν παραλληλόγραμμο. Φαίνεται επίσης ότι τα λοιπά δομικά στοιχεία που έχουν πλέον εξαφανιστεί, χρησιμοποιήθηκαν από αδαείς για οικοδομικό υλικό, ενώ ο όλος χώρος είναι εμφανώς ανασκαμμένος, ίσως και συλημένος σε χρόνο προγενέστερο της επίσημης ανασκαφής. Οι υπάρχουσες έως σήμερα πληροφορίες (βλ. σχετικά: Θεοφανώ Α. Αρβανιτοπούλου, «Δεκέλεια», Αθήνα, 1957) κάνουν λόγο και για την ύπαρξη έξι τουλάχιστον επιγραμμάτων στον τάφο του Σοφοκλή μεταξύ αυτών τα του Διοσκορίδου, Ερυκίου και Σημίου του Θηβαίου (τα οποία είναι άγνωστο τί απέγιναν). Το πρώτο, γραμμένο από τους Αθηναίους, κατά τον Ίστρο, ανέφερε: «Κρύπτω τώδε τάφω Σοφοκλήν πρωτεία λαβόντα τη τραγική τέχνη, σχήμα το σεμνότατον». Είναι δε γεγονός ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι –και όχι μόνον– τιμούσαν στο σημείο εκείνο την μνήμη του Σοφοκλή με την τέλεση θυσιών και άλλων ιεροπραξιών κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Η σημερινή κατάσταση του μνημείου παραμένει επιεικώς απαράδεκτη, δεδομένης όχι μόνο της αρχαιολογικής του αξίας, αλλά και της προσωπικότητας του μεγάλου ανδρός που κληροδότησε όπως και άλλοι δραματικοί ποιητές τις πανανθρώπινες αξίες του Ελληνικού Λόγου σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Μήπως η ανεπίτρεπτη αυτή κατάσταση διαιωνίζεται επειδή ο Τύμβος... «είναι μακρυά»;…
                                                     
                                                                      Μάριος Κ. Μαμανέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου