Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Η γένεση και εξέλιξη της Ελληνικής Μυθολογικής Παραδόσεως

   


     Από τη στιγμή που ο πρώτος έμφρων άνθρωπος κατοίκησε στον ελλαδικό χώρο πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, καταλείποντάς μας τα λιγοστά έως σήμερα σωζόμενα ίχνη του, μέχρι την εποχή που έφθασε στην πρώτη αυγή του συγκροτημένου πολιτισμού, όπως παραδίδουν τα υπάρχοντα μνημεία, μεσολαβεί ένα χαώδες χρονικό διάστημα, το οποίο η ιστορική έρευνα σε πολύ μικρό βαθμό δύναται να φωτίσει. Εντούτοις, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι μεταξύ των ποικίλων ζυμώσεων που συντελέστηκαν στο διάστημα αυτό σε σχέση με τα ήθη και τον τρόπο ζωής, εξέχουσα θέση έχει η διαμόρφωση και η κατά περιόδους μετεξέλιξη του θρησκευτικού αισθητηρίου, που δεν λείπει άλλωστε από κανέναν πρωτόγονο ή προοδευμένο λαό του πλανήτη.   
     Ειδικότερα η αρχαία Ελληνική θρησκεία και δη το ζήτημα των απαρχών της, είναι ένα κεφάλαιο που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον πληθώρας επιστημόνων ανά τον κόσμο και έχει δώσει την αφορμή για τη διατύπωση πολλών απόψεων αναφορικά με την προέλευση και την υφή της.
    Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε τρόπον τινά τις απόψεις αυτές ως εξής: α) σε όσες θεωρούν ότι οι «θεοί» ήταν υπαρκτά πρόσωπα και είχαν συγκροτήσει κατά την εποχή που ζούσαν μια ιδιαίτερη κάστα που έμεινε, λόγω της λαμπρής πολιτείας της, αλησμόνητη στους επιγινόμενους και β) σε αυτές που συγκλίνουν στην πεποίθηση ότι οι θεότητες των αρχαίων προγόνων μας ήταν προϊόντα ανθρωπομορφικής κατασκευής και προσεγγίσεως των φυσικών στοιχείων που βαθμιαία επεκτάθηκε και σε θεοποίηση των υψηλών πολιτισμικών εννοιών και αρετών που συντελούν στη συνοχή και διατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας. Απτό παράδειγμα ο Υέτιος Ζευς ως θεός της βροχής, αλλά και ως Ξένιος προστάτης του εθίμου της φιλοξενίας.
    Ας εξετάσουμε τις θέσεις αυτές χωριστά.
    Για την πρώτη αντίληψη δεν θα μπορούσαμε καλύτερους ιστορικούς οδηγούς από τη Θεογονία (της οποίας μεταγραφέας και όχι πρωτογενής συγγραφέας ήταν ο Ησίοδος), τα Ορφικά, τα Αργοναυτικά και τα Ομηρικά Έπη, τα αρχαιότερα δηλαδή σωζόμενα κείμενα της Ελληνικής Γραμματείας. Σήμερα είμαστε ευτυχώς σε θέση να συνδυάσουμε τις παρεχόμενες απ’ αυτά πληροφορίες με τα συμπεράσματα νεωτέρων επιστημονικών ερευνών, στο χώρο της Μυθολογίας. Ακριβολογίας ένεκεν πρέπει να τονισθεί ότι η λέξη «μυθολογία» (= λόγος περί μύθου) δεν σημαίνει αφήγηση πλασματικών ιστοριών, όπως τουλάχιστον τη μεταχειριζόμαστε σήμερα. Η λέξη «μύθος» αποτελούμενη από το θέμα «μύ-» (= λόγος) και το ρήμα «θέω» (= τρέχω, δράμω) σημαίνει κατ’ επέκταση τη σύντομή και κωδικοποιημένη αναφορά. Συνεπώς ο μύθος είναι αφήγηση πραγματικών γεγονότων επενδεδυμένων με διάφορες επιφάσεις. Έχοντας αυτά κατά νου δυνάμεθα να εμβαθύνουμε στις πηγές που κάνουν λόγο για Έλλοπες, Κύκλωπες, Μέροπες, Ουρανιώνες, Τιτάνες και Θεούς, ονόματα που αντιπροσωπεύουν κατηγορίες ανθρώπων που υπήρξαν ως ιστορική συνέχεια μέσα στα βάθη των χιλιετιών που πέρασαν. Μήκη και όγκοι αιώνων χωρίζουν ασφαλώς την μία κατηγορία από την άλλη. Ο «Έλλοψ» υπήρξε ο αρχικός κάτοικος του μητροπολιτικού ελλαδικού χώρου, ο οποίος άρχισε να συγκροτεί την πρώτη υποτυπώδη κοινωνική συλλογικότητα και να ζει αφουγκραζόμενος τα συμβαίνοντα στο παρθένο από κάθε μορφή πολιτισμού περιβάλλον του. Ο «Κύκλωψ», που σε αντίθεση με τον θηρευτή Έλλοπα, είχε αναπτύξει την κτηνοτροφία και είχε διαμορφώσει έτι περαιτέρω την κοινωνική του συνείδηση, απέχει επίσης πολλές χιλιάδες χρόνια από τον μεταγενέστερό του «Μέροπα», τον έλλογο και έμφρωνα προπομπό των «Ουρανιώνων», που έφεραν τον πολιτισμό στο ζενίθ της ακμής του. Οι Ουρανιώνες ονομάζονταν έτσι επειδή κατοικοέδρευαν σε γεωγραφικά σημεία  υπεράνω των πεδινών και δη στα όρη (ούρια). Η θέση τους αυτή ήταν προϊόν της βαθμιαίας κοινωνικής τους ανόδου που τους είχε καταστήσει ένα είδος άρχουσας τάξης των θνητών. Η εποχή τους χαρακτηρίζεται από την συγκρότηση του πρώτου γνωστού πολιτεύματος. Ο Ουρανός και η Γαία  βασιλεύουν σε ένα απέραντο παγκόσμιο κράτος. Το σκοτάδι όμως της εκτροπής επέρχεται κάποια στιγμή. Ο υιός του Ουρανού, Κρόνος, βίαιος και αλαζόνας, τυφλωμένος από την εξουσιομανία του ανατρέπει τον πατέρα του και καταδιώκει όλους όσους η αρετή τους εμπόδιζε να συγκατατεθούν στις ραδιουργίες του. Οι Τυραννικοί Τιτάνες παίρνουν πραξικοπηματικά την εξουσία στον κόσμο και αλλοτριώνουν το ανθρώπινο γένος της εποχής τους. Η τιμωρία τους όμως έρχεται από τον Ζήνα – Δία και τις δυνάμεις του δικαίου και της φρόνησης, που ενσαρκώνει τόσο ο ίδιος όσο και οι σύμμαχοί του. Ο πόλεμος που ξεσπά  είναι σφοδρότατος, όπως τον παραδίδει η Θεογονία. Οι κρόνειες δυνάμεις ηττώνται και η ανθρωπότητα εισέρχεται στη χρυσή Εποχή των «Θεών», οπότε η διασαλευθείσα αρμονία αποκαθίσταται ενώ παράλληλα η πολιτισμική ανάπτυξη εξασφαλίζει ένα άριστο βιοτικό επίπεδο στους ανθρώπους της εποχής. Είναι άγνωστο πόσο ακριβώς διαρκεί η εποχή των «Θεών». Είναι όμως γνωστό το αίτιο του τέλους της: ένας φοβερός κατακλυσμός (που, ειρήσθω εν παρόδω, υπάρχει στις παραδόσεις όλων των λαών του κόσμου). Έκτοτε όλα σχεδόν τα πολιτισμικά επιτεύγματα του προηγούμενου καιρού λησμονούνται και τα ανθρώπινο γένος παίρνει απ’ την αρχή τον δύσκολο δρόμο για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας. Οι επιζώντες όμως από τον Κατακλυσμό δεν ξεχνούν. Προϊόντος του χρόνου η νοσταλγική ανάμνηση που είχε μείνει μέσα στο μυαλό τους, έλαβε γιγαντιαίες διαστάσεις στην ψυχή τους, έτσι ώστε να καταστεί σημείο αναφοράς της σκέψης, του ήθους και της ζωής τους. Οι πρόγονοι – άνακτες της χρυσής εκείνης εποχής και εκπολιτιστές της οικουμένης, όπως διεξοδικά αναφέρουν τα κείμενα του Απολλοδώρου, του Διοδώρου του Σικελιώτη, του Ευημέρου του Μεσσηνίου κ.α., έχουν πλέον γίνει τα αιώνια αρχέτυπα για τους Έλληνες (και όχι μόνον) και παίρνουν τη θέση που τους δίνει ο θρύλος στον Όλυμπο, στα πελάγη, στα όρη, στις λίμνες, στα ποτάμια και στα δάση του ελλαδικού χώρου. «Υπάρξαντες μεν θνητοί, δια δε την σύνεσιν και την κοινήν ευεργεσίαν έτυχον αθανάτου μνήμης», όπως αποφαίνεται ο Ευήμερος. Ο Έλληνας άνθρωπος τους αισθάνεται πάντα κοντά του, τους θαυμάζει, τους τιμά, τους σέβεται και τους απεικονίζει εικαστικά, για να μην απολεσθεί η ανάμνηση της αλλοτινής ανθρωπινής τους υπόστασης. Έτσι δημιουργείται βαθμιαία μια ιδιότυπη ανθρωποκεντρική μορφή θρησκείας  με σαφή δομή και απτό αντικείμενο.


     Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε την δεύτερη αντίληψη περί της φύσεως των αρχαίων θεών από τη σκοπιά της θεώρησης τους ως προσωποποιήσεων των φυσικών φαινομένων (θεοποίηση της Φύσεως ) αξίζει εν προκειμένων να αναφέρουμε την άποψη του Βιλαμόβιτς ότι «οι αρχαίοι Έλληνες υπήρξαν ο ευσεβέστερος λαός του κόσμου». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διάσημος θρησκειολόγος Θ. Ζιελίνσκι σε σχετικό άρθρο του που δημοσιεύεται στον Ζ΄ τόμο  της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο αρχαίος Έλλην είχε σαφή έννοια της ζωής της περιβάλλουσας αυτόν φύσεως. Χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ «ζώσας» και «νεκρής» φύσεως αισθανόταν τον εαυτό του περιστοιχιζόμενο από πλήθους φυσικών  θεοτήτων. Κάθε πηγή είναι γι αυτόν μια νύμφη, μια Ναϊάς. Ο λαός ευγνωμονών για τις συμβουλές που ψιθυρίζει αυτή στους θλιμμένους, την τιμά με θυσία αμνού και την καλύπτει με στεφάνους κατά την ημέρα της εορτής. Πόλις κτισμένη πλησίον πηγής υπερηφανεύεται γι αυτό. Ο ποταμός παρέχει ζωηρή εικόνα δύναμης και βίας και σε στιγμές πλημμυρών παρίσταται με μορφή ταύρου ή ημιταύρου. Όταν παρέλθει η οργή του (που συνήθως προκαλείται από κάποια ανόσια ανθρώπινη πράξη) αποβαίνει εκ νέου ευεργετική τροφός της χώρας, η οποία τον τιμά για τούτο, ανιδρύουσα ναούς και επικαλούμενη αυτόν στις προσευχές». Αυτά τα δύο παραδείγματα του Ζιελίνσκι είναι χαρακτηριστικά  για τις αντιλήψεις των προγόνων μας. Ορθοτομώντας δε ως προς την φιλοσοφία της θρησκείας ο Ζιελίνσκι κάνει λόγο για καθαγίαση των αρετών, αποκάλυψη του θείου στοιχείου μέσα από την Τέχνη και την Πνευματική Δημιουργία, ιεροποίηση του φυσικού και κοινωνικού γίγνεσθαι και σαφή διάκριση του αληθούς από το ψευδές στη ζωή. Όλα αυτά είναι ασφαλώς οι συνιστώσες της ουσίας της αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, την οποία έχουμε συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε «ειδωλολατρεία». Συνελόντι ειπείν, για τους υποστηρικτές της αντίληψης περί προσωποποίησης των φαινομένων του κόσμου, κάθε θεότητα είναι και μια έκφανση, μια ζωντανή αναπαράσταση ενός στοιχείου από τα αναρίθμητα που μας περιβάλλουν και επηρρεάζουν τη ζωή μας από τη γέννηση έως τον θάνατο.
    Το καίριο ερώτημα πάντως εξακολουθεί να υφίσταται: Εφ’όσον και οι δύο αυτές διαφορετικές θεωρήσεις του Ελληνικού Πανθέου έχουν σοβαρές ενδείξεις επιστημονικής ευστάθειας, που βρίσκεται η αλήθεια; Οι αρχαίοι «θεοί» ήταν τελικά πρόσωπα ή πράγματα; Επιχειρώντας να δώσουμε μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη απάντηση μπορούμε με κάθε επιφύλαξη να πούμε ότι η λύση του αινίγματος είναι πιθανόν να βρίσκεται και στις δυο διισταμένες απόψεις, εφ’ όσον τις φέρουμε σ’ έναν ισορροπημένο συγκερασμό. Με δεδομένα ότι: α) σε όλες τις «θεότητες» αποδίδονται αναμφισβήτητα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που θα ήταν δύσκολο να προσαφθούν σε μη ψυχοσωματικές οντότητες, β) καμμία από τις «θεότητες» δεν εκφράζει ή ενσαρκώνει αρνητικά γνωρίσματα ή παθολογικές καταστάσεις του κοινωνικού ή ατομικού βίου (δεν υπάρχει λ.χ. προστάτης θεός του φόνου, του βιασμού, της υποκρισίας, κ.τ.τ.), γ) «θεός» - με τη σημερινή σημασία του όρου – είναι, κατά την Ελληνική φιλοσοφική κοσμοαντίληψη, ο κοσμογονικός Νόμος που συνέχει το Σύμπαν διατηρώντας την αρμονία εντός αυτού και δ) η ιεροποίηση του Κόσμου στην Ελληνική αρχαιότητα αποσκοπούσε στην αποσόβηση της «ύβρεως» και των νομοτελειακών καταστροφικών αποτελεσμάτων της, δικαιούμεθα να θεωρήσουμε ως αίτιο της γένεσης και διαιώνισης της ολύμπιας Ελληνικής θρησκείας την ευεργεσία της οποίας έτυχε η ανθρωπότητα σε κάποια αόριστη χρονικά στιγμή του απωτάτου παρελθόντος από κάποια πρόσωπα που λόγω της σύνεσης και του έργου τους όχι μόνο παρέμειναν αθάνατα με την πάροδο των χιλιετιών, αλλά ετύγχαναν συνεχούς τιμής που προϊόντος του χρόνου έφθασε καταχρηστικά στη βαθμίδα της προσωπο-λατρείας. Ίσως βέβαια η απάντηση αυτή να μην καλύπτει τα κενά που ο αδυσώπητος χρόνος προκάλεσε στην εικόνα του παρελθόντος μας. Ο διάλογος όμως, το κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Ελληνικού Πολιτισμού, αφού συνεχιστεί μεταξύ των πραγματικά ενδιαφερομένων χωρίς περιορισμούς, θα αποκαλύψει σίγουρα, με τη βοήθεια της έρευνας, περισσότερα στοιχεία στο μέλλον.  

                                                                                                                                     Μ. Κ. Μ.    
      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου