Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

H λεηλασία της Ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς

    

  
   Η αρπαγή των μνημειακών θησαυρών του Ελληνισμού είναι ένα κεφάλαιο με μακρύ ιστορικό. Οι απαρχές τοποθετούνται χρονολογικά στην προχριστιανική εποχή και δη στην περίοδο των Μηδικών Πολέμων, οπόταν οι εξ ανατολών βάρβαροι εδήωσαν συστηματικά τις ελληνικές πόλεις κατά τις επιδρομές τους.
    Το ίδιο έπρατταν κια οι εκ νότου ορμώμενοι Καρχηδόνιοι στις Ελληνικές αποκίες της Κάτω Ιταλίας. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (ΙΓ’ 90) είναι πολύ παραστατικός περιγράφοντας την απογύμνωση του Ακράγαντος από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς του: «Ο δε Αμίλκας τα ιερά και τας οικίας συλήσας και φιλοτίμως ερυνήσας, τοσαύτην ωφέλειαν συνήθροισε, όσην εικός εστίν εσχηκέναι πόλιν οικουμένην υπό ανδρών είκοσι μυριάδων, απόρθητον δε από της κτήσεως γεγενημένην και ταύτα των εν αυτή φιλοκαλησάντων εις παντοίων κατασκευασμάτων πολυτέλειαν. Και γαρ γραφαί παμπληθείς ηυρέθησαν εις άκρον εκπεπονημέναι και παντοίων αδριάντων φιλοτέχνως δεδημιουργημένων υπεράγων αριθμός. Τα μεν ουν πολυτελέστατα των έργων απέστειλεν εις Καρχηδόνα, εν οις και τον Φαλάριδος συνέβη κομισθήναι ταύρον, την δε άλλην ωφέλειαν ελαφυροπώλησεν».
    Η επόμενη περίοδος δεινών για την πολιτισμική μας κληρονομιά ξεκίνησε με τη ρωμαϊκή κατάκτηση του κυρίως ελλαδικού χώρου. Οι πληροφορίες που παραδίδουν ο Παυσανίας, ο Στράβων και ο Πολύβιος γιά τις εκτεταμένες επιχειρήσεις αρπαγής ελληνικών έργων τέχνης εντυπωσιάζουν, όσον αφορά στους αριθμούς και την αξία των μνημείων που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Πεντακόσια αγάλματα από τους Δελφούς, τρεις χιλιάδες από τη Ρόδο και εκατοντάδες γλυπτά και έργα ζωγραφικής από την Κόρινθο έγιναν λεία των κατακτητών. Από την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και την μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησαν πολλές βαρβαρικές επιδρομές που λαφυραγωγούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Δεν έλειψαν όμως και οι μιαρές πράξεις από ντόπιους. Κάποιοι υποκινούμενοι, όχι μόνο κατέστρεφαν κτήρια και ακρωτηρίαζαν αγάλματα, αλλά πωλούσαν «δι’ ολίγα τάλλαρα» τα τεμάχιά τους σε ξένους επισκέπτες. Κάποιες μάλιστα πηγές αναφέρουν ότι «είχαν ξεπεράσει και τους Οθωμανούς σε καταστροφικό μένος». Η άποψη αυτή βέβαια είναι εσφαλμένη, καθώς οι Τούρκοι δεν είναι δυνατόν να αποτελούν ιστορικά δεύτερο όρο συγκρίσεως, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις επαφής τους με αρχαιολογικά στοιχεία και υλικό, όχι μόβο δεν τα πείραζαν, αλλά τα περιφρουρούσαν. Ο αειμνηστός ιστορικός συγγραφέας Κυριάκος Σιμόπουλος στο τετράτομο έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα» (τομ. Α’, σελ. 126) μεταφέρει τη μαρτυρία του ισπανού ευγενούς Πέντρο Ταφούρ κατά το ταξείδι του στην Τροία το 1435: «Όλη η περιοχή είναι γεμάτη από αγροτικές κατοικίες. Οι Τούρκοι θεωρούν μνημεία τα αρχαία οικοδομήματα και δεν τα γκρεμίζουν. Συνηθίζουν μάλιστα να κτίζουν τα σπίτια τους πλάϊ στις αρχαιότητες». Ομοίως και ο γάλλος περιηγητής Βιλλαμόν γράφει ότι ενώ κατά την περίοδο του καλβινιστικού θρησκευτικού κινήματος στη Δύση, καταστρέφονταν τα έργα τέχνης, «οι Τούρκοι είχαν εκδηλώσει την αγανάκτησή τους» και προσθέτει: «δεν διστάζω να πω ότι οι Τούρκοι δεν έχουν την αγριότητα των αιρετικών Χριστιανών». Τα ίδια περίπου γράφει και ο Λαμπόρν: «Οι Τούρκοι ήσαν μετριοπαθείς κατακτητές και μετά την κατάληψη  των Αθηνών (1456) έδειξαν πως εκτιμούν την αξία των αρχαίων έργων τέχνης». Όσο γιά τους υπαινιγμούς που αφήνει στο έργο του «Athenes et les Grecs Modernes», (Paris, 1855), ο περιηγητής E. Beule περί ακρωτηριασμού αγαλμάτων από τους Οθωμανούς λόγω της δεδομένης θρησκευτικής τους αντιθέσεως στην ανθρωπομορφική τέχνη, ο Λαμπόρντ γράφει: «Λάθος! Απέδειξα ότι οι ακρωτηριασμοί που υπαινίσσεται ο Baule, έγιναν από φανατικούς των πρώτων χριστιανικών αιώνων». Την αντίθετη ακριβώς άποψη έχουν οι ευρωπαίοι ιστοριοδίφες γιά τους «πολιτισμένους» δυτικούς της προ της Τουρκοκρατίας περιόδου. Τόσο ο πάστορας Ludolph Suchen, όσο και ο G. Herzberg αναφέρουν παραστατικά τη σύλληση ελληνικών μνημείων. Ο μεν πρώτος γράφει χαρακτηριστικά, ότι «ολόκληρη η πολιτεία της Γένοβας είναι κτισμένη από τα μάρμαρα και τους κίονες που έχουν μεταφερθεί από την Αθήνα», ο δε δεύτερος, γιά την ίδια περίπτωση, ότι «οι Ιταλοί και πολύ περισσότερο οι Γενοβέζοι, μετέφεραν, όπως φαίνεται, όγκο οικοδομικών υλικών από τα ανεξάντλητα αρχαιολογικά μνημεία των Αθηνών, κυρίως ωραιότατους μαρμάρινους κίονες».
    Στο καίριο ερώτημα περί των γενεσιουργών αιτίων της αρχαιοκαπηλίας η απάντηση είναι μάλλον σύνθετη. Ο κύριος αντικειμενικός σκοπός των κατ’ επίφαση «φιλοτέχνων» επισκεπτών  της τουρκοκρατούμενης χώρας μας, ήταν φυσικά το κέρδος από την εκποίηση των θησαυρών που συνέλεγαν. Τη ζήτηση των αρχαίων ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης φρόντιζαν να υποδαυλίζουν καλά οργανωμένα κυκλώματα που δρούσαν με τις κρατικές ευλογίες στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία. Οι «πελάτες» τους ήταν συνήθως ευγενείς, πολιτικοί, στρατιωτικοί και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι. Τα εκτελεστικά τους όργανα αποτελούνταν από διπλωματικούς απεσταλμένους στην Υψηλή Πύλη, πρεσβευτές και μεγαλεμπόρους, οι οποίοι ανέθεταν «ειδικές αποστολές» στα πληρώματα των πλοίων τους. Οι τελευταίοι φρόντιζαν να συνάπτουν και να διατηρούν καλές σχέσεις με Τούρκους τοπάρχες αλλά και ντόπιους παραδόπιστους ρωμιούς που διέθεταν αξιόπιστες πληροφορίες για την ύπαρξη λειψάνων της αρχαιότητας και που λειτουργούσαν ως μεσάζοντες - με το αζημίωτο φυσικά - γιά την ανασκαφή, εύρεση, φόρτωση και μεταφορά των πολυτίμων αντικειμένων στο εξωτερικό. Όσο για τον απλό κόσμο που τυχόν εμπλεκόταν σε οιοδήποτε στάδιο αυτής της διαδικασίας, η ψυχολογία του «ραγιά», και κυριώς η παντελής έλλειψη σχετικής παιδείας τον απέτρεπαν από κάθε ιδέα αντιστάσεως.
     Η «μόδα» της αρπαγής αρχαιοτήτων από τον ελλαδικό χώρο κορυφώθηκε από τις αρχές του 17ου αιώνα έως τις αρχές του 19ου. Η Αναγέννηση, που ως ρεύμα είχε παρέλθει προ πολλού φυσικά, αλλά και ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός που βρισκόταν σε εξέλιξη, υπήρξαν οι κύριες συνιστώσες της στροφής του ευρωπαϊκού κόσμου στα ιδεολογικά και πολιτιστικά πρότυπα της κλασσικής αρχαιότητας. Όπως είναι εύλογο, η «συλλεκτική» όρεξη είχε ανοίξει σε πολλά βορειοευρωπαϊκά σαλόνια με δεδομένο αφαλώς και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που τους διακατείχε απέναντι στην πάλαι ποτέ λαμπρότητα του Ελληνικού Πολιτισμού. Ο πρώτος άγγλος που δημιούργησε συλλογή ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν ο πρίγκηψ Ερρίκος, αδελφός του Καρόλου του Ε’, που είχε στην κατοχή του δακτυλιολίθους και νομίσματα (Κ. Σιμόπουλος, τ. Α’, σελ. 133). Μετά το θάνατό του ο Κάρολος ανέθεσε στο ναύαρχο Κένελμ Ντίγκμπι να του φέρει και αγάλματα γιά να εμπλουτίσει τη συλλογή του. Ο Ντίγμπι κατέπλευσε στο Αιγαίο, όπου και λεηλάτησε άγρια το ιερό νησί της Δήλου. Μετά τον άγγλο ναύαρχο, εμφανίστηκε στο προσκήνιο μια άλλη σκοτεινή μορφή, που έχει μείνει στην ιστορία ως ο μεγαλύτερος βρεττανός αρχαιοκάπηλος μετά τον Έλγιν. Πρόκειται γιά τον Τόμας Ρόου, πρεσβευτή του Αγγλικού Στέμματος στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος μάλιστα διέθετε και αρχαιοκαπηλική προϋπηρεσία (!) στην Άπω Ανατολή. Ο Ρόου, απεσταλμένος γιά σύληση, τόσο από τους μονάρχες, όσο και από μεγιστάνες της πατρίδας του, μεταξύ των οποίων και ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, από το 1622 έως το 1628 κυριολεκτικά κατεδήωσε τον ελλαδικό χώρο. Πρώτος στόχος του ήταν η Δήλος, που λεηλατήθηκε εκ νέου. Περαιτέρω - κι αυτή τη φορά γιά λογαριασμό του κόμητος Τόμας Χάουαρντ - ο Ρόου επισκέφθηκε τους Δελφούς. Στην αναφορά του προς τον «πελάτη» του έγραφε μεταξύ άλλων: «Ειδικά στους Δελφούς  βρίσκονται ανεκτίμητοι θησαυροί. Νομίζω πως δεν είναι δύσκολο να γίνουν έρευνες και ανασκαφές. Μαθαίνω πως πολλά αγάλματα είναι θαμμένα γιά να γλιτώσουν από τους Τούρκους. Νομίσματα θα προμηθευτώ από τους Εβραίους, αλλά είναι πολύ ακριβά. Έχω ένα χρυσό του Μ. Αλεξάνδρου...Απέκτησα επίσης ένα γλυπτό από το ανάκτορο του Πριάμου». (Κ. Σιμόπουλος, τ. Α’, σελ. 137).
     Μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι γάλλοι δεν έμειναν αδρανείς. Πολλές φορές μάλιστα έφθαναν στο σημείο να συμπλέκωνται άγρια σε διπλωματικό και διαπροσωπικό επίπεδο με διεκδικητές αρχαιοτήτων από άλλες χώρες. Μαρτυρούνται χαρακτηριστικά, η πώληση ενός μαρμαρίνου αγάλματος στο γάλλο πρόξενο Ζαν Ζιρώ το 1670 στην Αθήνα από έναν ντόπιο κτηματία γιά δύο τάλληρα (!), αλλά και η εκποίηση ολόκληρης μαρμάρινης οικοδομής των κλασσικών χρόνων γιά 150 τάλληρα στη θρησκευτική αποστολή των Καπουτσίνων μοναχών. Η επέμβαση του τούρκου κατή (ιεροδίκη) συνετέλεσε στην αποτροπή του τεμαχισμού και της μεταφοράς της οικοδομής αυτής, που δεν είναι άλλη από το Μνημείο του Λυσικράτους (φωτο)  στην Πλάκα (!) Τα πρόσωπα που σφράγισαν τις προσπάθειες των γάλλων να προσοικειωθούν ελληνικές αρχαιότητες ήταν, αφ’ ενός ο πρεσβευτής Φρανσουά Ολιέ, μαρκήσιος του Νουαντέλ, αφ’ ετέρου δε ο αββάς Φουρμόν, που έδρασε μισό αιώνα μετά τον μαρκήσιο. Ο τελευταίος, μετερχόμενος μεθόδους που θα ζήλευαν ακόμα και σήμερα τα ανά τον κόσμο συνδικάτα του εγκλήματος, προσεταιρίστηκε το σύνολο του διεθνούς υποκόσμου της εποχής του (πειρατές, τοκογλύφους, κλέφτες), αλλά και υπόπτους κληρικούς διαφόρων ομολογιών και μοναχικών ταγμάτων. Περνώντας από τον Άθω, τη Νάξο, την Πάρο, την Αντίπαρο και τη Μάνη, κατέληξε στον Πειραιά και την Αθήνα, αποσπώντας ικανές ποσότητες γλυπτών και τεμαχίων αυτών. Όσο γιά τον αββά Φουρμόν, υπήρξε ο χειρότερος όλων. Κατά τη διετία 1729 – 1730, ξεκινώντας από τη Χίο, μετέβη στη Λέσβο κι από εκεί στην Αθήνα, όπου εστάθμευσε γιά να οργανώσει καλύτερα τις επόμενες κινήσεις του στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στο πάλαι ποτέ «κλεινόν άστυ» ξήλωσε αλλά και αγόρασε από διαφόρους «αντί πινακίου φακής» πληθώρα ενεπιγράφων πλακών και σπανίων χειρογράφων. Από εκεί κινήθηκε στην Αίγινα, στην Τροιζήνα, στην Κορινθία, στην Αργολίδα και έφθασε μέχρι τα ακρωτήρια της νότιας Πελοποννήσου. Ο,τιδήποτε κατά τη διάρκεια της περιοδίας του δεν μπορούσε να μεταφέρει, το κατέστρεφε ολοκληρωτικά, κομπάζοντας κατόπιν με θράσος γιά τις πράξεις του αυτές. Στην πατρίδα του αργότερα αντιμετώπισε, εκτός από τη γενική κατακραυγή γιά τις πράξεις του πού είχαν γίνει γνωστές, επιπλέον κατηγορίες γιά πλαστογραφία και απάτη σχετικά με τα περιεχόμενα των ενεπιγράφων μνημείων τα οποία είχε αποτυπώσει και εν συνεχεία εξαφανίσει.
    Από τους ιταλούς, ο πλέον ονομαστός αρχαιοκάπηλος της νεώτερης εποχής δεν είναι άλλος από τον Μοροζίνι. Εκτός από την καταστροφή του Παρθενώνα, αποδίδεται σ’ αυτόν και η σκύλλευση του μνημείου (1687) από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς του σε άγνωστη έως σήμερα έκταση. Ο ίδιος επίσης αφαίρεσε δύο μαρμάρινους λέοντες από το Θησείο, ένα άγαλμα του Ποσειδώνος από τον Πειραιά, καθώς και τον μαρμάρινο λέοντα που κοσμούσε το λιμάνι της πόλεως. Ο γραμματέας του ο Σαν Γκάλλο αρκέστηκε στην κεφαλή του αγάλματος της Απτέρου Νίκης...
    Ο φαύλος  κύκλος των λαθρανασκαφών και των λαθρεξαγωγών αρχαιοτήτων συνεχιζόταν ακατάπαυστα έως την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα, με αποκορύφωμα την υπόθεση του Έλγιν το 1802. Η λαϊκή αντίδραση ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Μόνο λόγιοι εξέφραζαν δημόσια την αγανάκτηση και την αποστροφή τους. Πρωτοστάτης αυτών ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος επέκρινε σφόδρα την τακτική κάποιων - μεταξύ αυτών δυστυχώς και μοναχών από Μονές  της Πάτμου και του Άγ. Όρους - να εμπορεύονται «από αμάθειαν και αργυρολογίαν, τους θησαυρούς και τα μαρτύρια της αρχαίας δόξης» Οι πληροφορίες γιά τη λεηλασία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς είναι κυριολεκτικά αμέτρητες, όσο και το βάθος του θράσους αυτών που τη διέπραξαν. Ίσως εδώ αξίζει να θυμηθεί κανείς τα λόγια του φωτισμένου διδασκάλου του Γένους, Αθανασίου Ψαλίδα που ειπώθηκαν με αφορμή την αρπαγή και υπεξαγωγή ενός αγάλματος από τον άγγλο υπουργό  Leak: «Εσείς μας παίρνετε τα έργα των προγόνων μας. Φυλάξτε τα καλά. Μιά μέρα θα έρθουμε να σας τα ξαναζητήσουμε».

                                                                                                              Μ.Κ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου