Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Η γέννηση της Γελοιογραφίας στην αρχαία Ελλάδα

  
    
Το γέλιο δεν είναι μόνο μια φυσική ψυχοσωματική εκδήλωση του ανθρώπου ως προσώπου και ως κοινωνικής οντότητας, αλλά και ένα θεμελιώδες στοιχείο πολιτισμού. ΄Όμως, ενώ η ύπαρξή του παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις φυλές και τα  έθνη του κόσμου, τα αίτια που το προκαλούν απαντώνται για πρώτη φορά  στην πλέον σύνθετη και τεχνοποιημένη μορφή τους αποκλειστικά στην Ελληνική αρχαιότητα.
 
   Πέρα από τα θεατρικά είδη της κωμωδίας, των φλυάκων, των κλαυσιγελώτων, αλλά και των λογοπαιγνίων, των σοφισμάτων, των ανεκδότων και των σκωμμάτων, το κεφάλαιο του χιούμορ στην αρχαία Ελλάδα περιλαμβάνει και την γελοιογραφία ως κατ’ εξοχήν επινόηση των προγόνων μας.
  Η απεικόνιση μιας σκηνής ή μιας απλής μορφής που προκαλεί ευθυμία, ανεξάρτητα απ’ το εάν και κατά πόσον έχει ιστορική ή φανταστική προέλευση, συνετελείτο τόσο δια της γλυπτικής όσο και δια της ζωγραφικής – και δη της αγγειογραφίας. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μεταξύ άλλων διάφορα πήλινα ειδώλια που αναπαριστούν χαρακτηριστικούς τύπους της Αθηναϊκής κωμωδίας, όπου κατά κόρον αποτυπώνονται με απόλυτη μιμητική τελειότητα οι συνήθεις μορφασμοί και οι στάσεις του σώματος που υποδηλούν καταστάσεις όπως θλίψη, πανουργία, περίσκεψη, ειρωνεία, οργή, σαρκασμό κ.ο.κ. Ωστόσο τα πλέον ασφαλή συμπεράσματα για την υφή και τους σκοπούς που εξυπηρετούσε η αρχαία γελοιογραφία είναι δυνατόν να εξαχθούν κυρίως από την μελέτη των σωζομένων ζωγραφικών παραστάσεων με χιουμοριστικό περιεχόμενο που χρονολογούνται ως επί το πλείστον στον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ., χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι σε προγενέστερες εποχές η γελοιογραφική τέχνη και η αισθητική της  ήταν ανύπαρκτες. Κωμικά στοιχεία εντοπίζονται και σε ζωγραφικά και γλυπτικά έργα που ανάγονται όχι μόνο στη Γεωμετρική αλλά ακόμα και στην Προϊστορική περίοδο. Ίσως η αδυναμία αμέσου εντοπισμού των στοιχείων αυτών να οφείλεται στο πρίσμα της «σοβαρής» επεξεργασίας των αρχαιολογικών δεδομένων τους μέσα από το οποίο τα προσεγγίζουμε. Συνεπώς είναι λίαν πιθανό σ’ ένα πήλινο ή λίθινο ειδώλιο της Νεολιθικής Εποχής λ.χ. η επιτηδευμένη επιμήκυνση των άκρων ή της κεφαλής του σώματος και ο έντονος τονισμός ή η παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του προσώπου να εμφαίνουν τη διάθεση του δημιουργού τους να προκαλέσει μαζί με άλλα συναισθήματα και τον γέλωτα στα μέλη της κοινότητός του. Η ιδέα αυτή μέσα από τη διήθηση του χρόνου και των ηθών που ανεπτύχθησαν φθάνει μέχρι την Κλασσική Εποχή, που αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία όλων των Τεχνών. Η από αιώνες ήδη συγκροτημένη και καταγεγραμμένη μυθολογική και ιστορική παράδοση, η πολιτικές συγκυρίες, τα κοινωνικά φαινόμενα, η εξέλιξη της Παιδείας με την εμφάνιση πολλών φιλοσοφικών συστημάτων και φυσικά  το θέατρο και εν προκειμένω η κωμωδία, δίδουν άφθονη «τροφή» στους χρωστήρες των καλλιτεχνών. Όσον αφορά την κωμωδία, δεν είναι διόλου τυχαία η εμμονή πολλών αγγειογελοιογράφων να ακολουθούν τη μόδα που κατά καιρούς θέσπιζαν οι κωμωδιογράφοι και δη ο Αριστοφάνης με τα έργα που παρουσίαζε. Αυτό προκύπτει από την παρατήρηση παραστάσεων σε μελανόμορφους αττικούς αμφορείς και οινοχόες στις οποίες – με μπορντούρα τον γνωστό διονυσιακό κισσό – απεικονίζονται μορφές προερχόμενες από τους χορούς των «Ιππέων», των «Ορνίθων» και του «Πλούτου». Στη συνάφεια αυτή δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι πλέον συνήθεις πρωταγωνιστές των γελοιογραφιών αυτής της κατηγορίας είναι οι Σάτυροι και οι Μαινάδες, αφού τα θέματά τους αντλούνται από τον διονυσιακό κύκλο. Μια δεύτερη κατηγορία παραστάσεων είναι αυτή που περιλαμβάνει παντός είδους αγγεία στις εξωτερικές όψεις των οποίων διακωμωδούνται και άλλα πρόσωπα και όντα της Μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής και ο κένταυρος Χείρων, ή του ιστορικού γίγνεσθαι, όπως αυτό παραδίδεται μέσα από τα  Έπη (π.χ. Οδυσσέας, Κίρκη). Στην Τρίτη κατηγορία εντάσσονται οι απεικονίσεις ανωνύμων προσώπων που αποτελούν χαρακτηριστικούς τύπους της καθημερινής ζωής, όπως λ.χ. ο μέθυσος, ο δούλος, ο συμποσιάρχης, ο κλέφτης, ο ερωτύλος, κ.α..
   Η ιδιαίτερη υφή των αρχαίων γελοιογραφιών αντανακλά εκτός από το  πρωτότυπο και πνευματώδες χιούμορ των προγόνων μας την ιδιότυπη ψυχοσύνθεσή και την αδογμάτιστη αντίληψή τους για τη ζωή και τον κόσμο. Η δεκτικότητά τους στα θέματα που οι παραστάσεις αυτές απεικόνιζαν δεν διέφερε από την δεκτικότητα που έδειχναν στα φαινόμενα του πολιτικού, θρησκευτικού και κοινωνικού βίου τους. Απ’ την άλλη οι εικαστικοί δημιουργοί στην προσπάθειά τους να αρθρώσουν λόγο δια της εικόνας ακολουθούσαν τις δοκιμασμένες μεθόδους των κωμικών ποιητών: καυτηρίαζαν, διακωμωδούσαν και σατίριζαν πρόσωπα και πράγματα κάθε φορά που το έκριναν απαραίτητο. Το βασικό όπλο τους, που ταυτόχρονα έδινε και μια δόση ζωντάνιας στις παραστάσεις τους ήταν το στοιχείο της υπερβολής στα χαρακτηριστικά των μορφών που ζωγράφιζαν. Τα υπερμεγέθη γεννητικά μόρια, τα καχεκτικά σώματα ηρώων, τα έντονα συναισθηματικά γνωρίσματα και τα αντιστρόφως ανάλογα με τις παραδόσεις πρόσωπα, ζώα και αντικείμενα είναι μερικά από τα συνήθη περιεχόμενα των γελοιογραφιών. Η τοποθέτησή τους μέσα στις παραστάσεις και το νόημα που τους αποδιδόταν ασφαλώς δεν αποσκοπούσαν μόνο στη σάτιρα ή μόνο στην πρόκληση γέλωτος. Αυτό ήταν το ένα σκέλος του σκοπού της φιλοτεχνήσεως των γελοιογραφιών (άλλωστε ελάχιστοι «ξεκαρδίζονται» βλέποντας μια γελοιογραφία). Το έτερο σκέλος, και σημαντικότερο, ήταν να δοθούν αφορμές στον θεατή της εικόνας να προβληματιστεί πάνω στο θέμα του περιεχομένου της, που μπορεί να αφορά τόσο το κοινωνικό περιβάλλον , όσο και τον ίδιο προσωπικά . Όπως και στο δράμα η κάθαρση επέρχεται με την αποκατάσταση της ηθικής τάξεως, έτσι και στην γελοιογραφία το καθαρτήριο αποτέλεσμα συνίσταται απ’ τον γέλωτα και την αποκρυστάλλωση ορθής κρίσης για τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Η «άλλη πλευρά» της αλήθειας που αποκαλύπτεται μέσα από τον αστεϊσμό την καθιστά πιο ευσύνοπτη και εύληπτη.
   Με τα δεδομένα αυτά η τέχνη της γελοιογραφίας ακολούθησε έκτοτε μια μεγάλη χρονική πορεία που φθάνει μέχρι τις μέρες μας, διατηρώντας πάντα τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική εικαστική παράδοση. Όπως εύστοχα σημειώνει και ο γνωστός σύγχρονος Έλληνας γελοιογράφος Κώστας Βλάχος στο λεύκωμα του για την Παγκόσμια Έκθεση Γελοιογραφίας του 1996: «Κατά τη μεγάλη αυτή διαδρομή των 2.500 χρόνων οι γελοιογράφοι όλου του κόσμου, που όπως αποδεικνύεται έχουν πνευματική τους πατρίδα την αρχαία Αθήνα, καταφέρνουν συνδυάζοντας τέχνη και πνεύμα να συντηρήσουν το μοναδικό ανθρώπινο προνόμιο που είναι το χιούμορ».


                                                    Μάριος  Κ. Μαμανέας 
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου