Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Το "Σπήλαιο των Ζωδίων" στο Αιγάλεω

   Λίγες εκατοντάδες μέτρα δυτικά από τα τελευταία σπίτια του δήμου της Αγίας Βαρβάρας, σε μια πλαγιά με συνηθισμένη για το αττικό περιβάλλον όψη και αθέατο από μακρυά, κρύβεται πίσω από τους πυκνούς θάμνους και τα λιγοστά δέντρα ένα μικρό σπήλαιο, άγνωστο στο ευρύ κοινό, όπως άλλωστε και τόσα άλλα. Με μια πρώτη ματιά δεν φαίνεται να το διακρίνει τίποτα το ιδιαίτερο. Πρέπει κανείς να το παρατηρήσει πολύ προσεκτικά για να καταλάβει τη σπουδαιότητά του.


   Πριν από αρκετά χρόνια, ύστερα από παρακίνηση του ερευνητή Νίκου Μπουντούκη,  κατοίκου της περιοχής, βρεθήκαμε σ’ εκείνο το μέρος. Καθώς ανεβαίναμε την πλαγιά για να φθάσουμε στον προορισμό μας, περάσαμε δίπλα από μια σειρά πέτρινους αναβαθμούς. Διαπιστώσαμε ότι επρόκειτο για μια πανάρχαια κλίμακα. Η απορία ήταν εύλογη: τι σκοπό εξυπηρετούσε η ύπαρξή της μέσα στην ερημιά, όπου μόνο λαγοί, τσακάλια και ερπετά κυκλοφορούσαν; Η απάντηση θα άρχιζε να διαφαίνεται λίγα λεπτά αργότερα, όταν περπατώντας συναντήσαμε ένα μεγάλο βραχώδες πέτασμα σύρριζα από το οποίο περνούσε ένα μονοπάτι γεμάτο από διάσπαρτα τεμάχια κατεργασμένου πηλού. Ο περίπατός μας αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όπως βαδίζαμε, έχοντας την Αθήνα να απλώνεται πανοραμικά δεξιά μας και σε ικανή απόσταση κάτω και εμπρός μας τα κτήρια του Δρομοκαϊτείου Θεραπευτηρίου να μπαίνουν στο οπτικό μας πεδίο, βρεθήκαμε αναπάντεχα δίπλα σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα στο βραχώδη όγκο. Ένας φατνιώδης χώρος με ύψος περίπου 2 μ., πλάτος 4μ. και βάθος γύρω στα 3μ. δέσποζε ενώπιον μας. Εκ πρώτης όψεως δεν παρουσίαζε κάτι το ασυνήθιστο, εκτός από ένα άριστα λαξευμένο στην πέτρα κράσπεδο που κατελάμβανε τμηματικά το μεγαλύτερο μέρος από τη βάση του σχεδόν ημικυκλικού τοιχώματος στο βάθος. Λίγο πιο πάνω από το ύψος αυτής της υποτυπώδους πεζούλας ξεχώριζαν σαν μικρογραφίες ορυγμάτων δύο χοάνες, το βάθος των οποίων χανόταν μέσα στο βράχο. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι οπές αυτές – διαμέτρου περίπου 40-50 πόντων – ήταν όχι μόνο φυσικές, αλλά και σχεδόν πανομοιότυπες και το ακόμα εντυπωσιακότερο, που παρατηρήσαμε κατόπιν, ότι βρίσκονταν σε απόλυτη συμμετρία τόσο μεταξύ τους, όσο και με την κοίλη επιφάνεια πάνω στην οποία φέρονταν, όπως οι δύο τρύπες ενός κουμπιού. Θα μπορούσε κανείς να τις εκλάβει φαντασιακά σαν τις δύο άδειες κόγχες των ματιών ενός αποστεωμένου γίγαντα, του οποίου μόνο το κεφάλι προεξείχε από το έδαφος. Αυτή ήταν μόνο η αρχή των εκπλήξεων. Λίγη φαντασία και πολλή παρατηρητικότητα θα μας επέτρεπαν να δούμε και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του σπηλαίου. Μόλις τις επιστρατεύσαμε, αυτά άρχισαν να αποκαλύπτονται στα μάτια μας. Ο εσωτερικός χώρος ήταν γεμάτος από ανάγλυφες ως επί το πλείστον και εγχάρακτες βραχογραφίες, που εκτείνονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν σε όλο το εμβαδόν της οροφής. Με την πρώτη ματιά ήταν σχεδόν αθέατες, αφού μαυρισμένες από την κάπνα της φωτιάς και φθαρμένες σε πολλά σημεία, δύσκολα αναγνωρίζονταν. Ωστόσο, κοιτάζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, κατορθώσαμε να δούμε μερικές, όπως λ.χ. το «προφίλ» ενός αρχαίου πολεμιστή στην άκρη του θόλου, το κεφάλι ενός κριαριού στο μέσον του κάθετου τοιχώματος, έναν εγχάρακτο ταύρο λίγο ψηλότερα και άλλες διάφορες, τις μορφές των οποίων δεν είχαμε συγκρατήσει. Η συνολική εικόνα του σπηλαίου ήταν εξόχως ενδιαφέρουσα, καθώς αφ’ ενός η γεωγραφική του θέση αποτελούσε σημείο «κλειδί», όσον αφορά την κατόπτευση του Λεκανοπεδίου, όντας μάλιστα μη ορατό εύκολα, και αφ’ ετέρου ήταν διακοσμημένο με ασυνήθιστα για τα δεδομένα του ελλαδικού χώρου ανάγλυφα τεχνουργήματα.


   Κατά την πάροδο όλων αυτών των ετών έως τις μέρες μας, όχι μόνο δεν λησμονήθηκε εκείνος ο περίπατος και η γνωριμία με τη σπηλιά, τουναντίον, τα ερωτηματικά για την παρουσία της στην συγκεκριμένη περιοχή, για την χρηστικότητά της, για την μορφολογία και τον διάκοσμό της παρέμεναν χωρίς σαφή απόκριση. Έτσι αποφασίστηκε μια εκ νέου πιο συστηματική έρευνα επί τόπου και ευκαιρίας δοθείσης βρεθήκαμε ξανά εκεί πριν από λίγο καιρό. Η πρόσοψη της σπηλιάς είχε αλλάξει ελαφρώς τώρα, μιας και είχε φραγεί με ένα ψηλό κιγκλίδωμα, προφανώς τοποθετημένο από την δημοτική αρχή. Η πρόσβαση όμως στο εσωτερικό εξακολουθούσε να είναι εφικτή χάρις σ’ ένα άνοιγμα της σιδεριάς στο πλάϊ. Αφού εισήλθαμε ξεκινήσαμε αμέσως μια πρώτη προσπάθεια χαρτογράφησης των μορφών που παρατηρούσαμε. Οι δέσμες των φακών μας φωτίζοντας από πολλά σημεία τα ανάγλυφα, έφερναν στα μάτια μας ολοένα και περισσότερα σχήματα και φιγούρες, όπως αυτές ενός τοξότη, δύο ψαριών, ενός λιονταριού, ενός σκορπιού και του κριού, που ήταν και η μεγαλύτερη. Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι ο άγνωστος προϊστορικός (!;) ή πρώιμος ιστορικός καλλιτέχνης είχε, μεταξύ άλλων, απεικονίσει μέσα στο σπήλαιο το Ζωδιακό Κύκλο! Ήταν απίστευτο… Μ ε αυτήν την προοπτική κατά νου αναζητήσαμε και τα υπόλοιπα ζώδια ανάμεσα στις βραχογραφίες και τα βρήκαμε σχετικά εύκολα. Η Παρθένος κατελάμβανε ολόκληρο το εξωτερικό μέρος της αψίδας του σπηλαίου με δύο ελλειψοειδείς τρύπες για μάτια και την πέτρινη κώμη της να απλώνεται σε όλο το άνω μέρος της εισόδου. Ο Ταύρος, ο Λέων, οι Ιχθύες, ο Αιγόκερως (μια φθαρμένη απεικόνιση τράγου), ο Σκορπιός, ο Οφιούχος (!) με τη μορφή ενός ελισσόμενου φιδιού πάνω από το κεφάλι ενός άνδρα και ο Κριός εντοπίζονταν στο εσωτερικό. Δεν εντοπίσαμε πάντως τον Καρκίνο, τον Ζυγό και τον Υδροχόο, επειδή προφανώς ήταν καλύτερα «καμουφλαρισμένοι», μιας και κατά πάσαν πιθανότητα κάπου απεικονίζονταν. Εντοπίσαμε όμως τους Διδύμους, τον ένα εντός του σπηλαίου, ακριβώς στο κέντρο της οροφής και τον άλλο, ίδιο σε μορφή, έξω από την είσοδο του σπηλαίου σμιλεμένο επάνω σε ένα οριζόντιο τραπεζοειδές κομμάτι βράχου, περίπου 5 μέτρα μακρύτερα. Επίσης στα εκτός του χώρου της σπηλιάς τεχνήματα περιλαμβάνονται ένα υπερμέγεθες μητροειδές σκάλισμα σε επίπεδο χαμηλό βράχο καθώς και ένα ολόκληρο ανθρώπινο κεφάλι που διαγράφεται στο άνω ανατολικό μέρος της εξωτερικής πλευράς του σπηλαίου και έχει μέτωπο στραμμένο δυτικά. Η νοητή ευθεία του βλέμματός του «καρφώνει» κυριολεκτικά την Ακρόπολη των Αθηνών μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω! Σύμπτωση;
   Το βέβαιο είναι ότι τα ερωτήματα σχετικά με τη σπηλιά του λόφου της Αγίας Βαρβάρας αντί να απαντηθούν μάλλον πολλαπλασιάζονται. Τα κυριότερα αφορούν την εποχή κατά την οποία φιλοτεχνήθηκαν τα βραχογραφήματα. Με δεδομένο ότι η περιοχή τριγύρω είναι γεμάτη από κομμάτια πήλινων αγγείων διαφόρων ειδών και ότι η τοποθεσία βρίσκεται κοντά στην αρχαία οδό που οδηγούσε στην Ελευσίνα και πάνω από την κοίτη αρχαίου ποταμού, αλλά και πλησίον ενός εκτεταμένου συστήματος υπογείων σηράγγων, αφού το πεδινό μέρος κάτω από τον λόφο είναι γεμάτο στοές, κι όλα αυτά σε συνδυασμό με την εποπτική θέση της σπηλιάς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχουν σαφώς αρχαία προέλευση, που οριοθετείται από την προϊστορία μέχρι τους μέσους χρόνους της αρχαιότητας. Δεν αποκλείεται επίσης να χρησιμοποιήθηκε και ως ιερό, εκτός από φυλάκιο. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η χρήση σκληρού κονιάματος από τον τεχνίτη των βραχογραφιών σε ορισμένα σημεία που η μορφή των βράχων δεν επέτρεπε την ολοκλήρωση των σχεδίων που ήθελε να κατασκευάσει. Το σπουδαιότερο όμως ζήτημα έχει να κάνει με το περιεχόμενο των παραστάσεων που σαφέστατα προδίδει αστρονομικής φύσεως γνώσεις και παρατηρήσεις. Είναι δυνατόν να αποτυπώθηκε υποτυπωδώς έστω, η διάταξη των αστερισμών – συμπεριλαμβανομένου και του προσφάτως σχετικά ανακαλυφθέντος «Οφιούχου» - του ουρανίου θόλου μέσα στο σπήλαιο; Η απάντηση σ’ αυτό είναι θετική, γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η περαιτέρω έρευνα του θέματος. Εξ ίσου χρήσιμη θα ήταν και για κάθε ενδιαφερόμενο μια βόλτα στην περιοχή. Πραγματικά αξίζει τον κόπο…

                                                                        Μάριος Κ. Μαμανέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου